Το fonipeiraioton.blogspot.gr μεταφέρθηκε στη νέα μας σελίδα www.fonipeiraioton.gr

Θα μεταφερθείτε αυτόματα στη νέα διεύθυνση. Αν αυτό δε συμβεί πατήστε το σύνδεσμο
http://www.fonipeiraioton.gr

Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΕΙΡΑΙΩΤΩΝ ΑΝΑΝΕΩΝΕΤΑΙ

Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΕΙΡΑΙΩΤΩΝ ΑΝΑΝΕΩΝΕΤΑΙ
WWW.FONIPEIRAIOTON.GR για άμεση ενημέρωση

ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΑΤΤΙΚΗΣ

Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2013

Η Πικραγγουριά της Πλατείας Κοραή..ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΘΕΙΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥΛΑ




Μιά φορά κι έναν καιρό, γεννήθηκε ένα μικρό, λευκότατο αλεπουδάκι!
Άνοιξε τα γυαλιστερά υγρά ματάκια του, στον κόσμο κι απόρησε...
Βλέπετε, το μικρούτσικο μαλλιαρό πλασματάκι, δεν είχε γεννηθεί στο δάσος, με τα ψηλά αγέρωχα δέντρα κι όλα της φύσης, τα ωραία πλάσματα.
Η ζωή του άρχισε μέσα σε ένα σκοτεινό εκτροφείο.
 Μάλιστα, ένα εκτροφείο, γούνας! Εκεί γεννιόσουν, γιά το δέρμα σου, κάτι, που σύντομα, ανακάλυψε ο μικρός, μας, που τον έλεγαν Σούκ. Ο Σούκ, το λευκό αλεπουδάκι, έζησε πολύ λίγο κοντά στη μητέρα του.
Σύντομα ανακάλυψε τη βαρβαρότητα, κολυμπώντας στην κυριολεξία, στο αίμα της, όταν την είδε να γδέρνεται ζωντανή και να ψυχορραγεί ...
Τέλη Δεκέμβρη, βοριάδες, χιόνια και οι εργάτες, είχαν εξαφανισθεί, στα μέρη και τα χωριά τους.
Ήταν Χριστούγεννα...
Τις ίδιες ημέρες, ένα Καλλικαντζαράκι, είχε ξεφύγει από την παρέα του.
Είχαν ανέβει επάνω στη γη, ένα σωρό, βρωμερά, σιχαμερά παγανά, μαγαρίζοντας τους χώρους και πειράζοντας τους ανθρώπους.
Το Καλλικαντζαράκι χάθηκε, μπαίνοντας στα σπίτια της πόλης. Έψαξε από εδώ, έψαξε από εκεί, μα δυστυχώς, βρήκε τα σπίτια κρύα και άδεια. Τα παιδιά πεινασμένα και κατσούφικα. Τους μεγάλους άκεφους και λυπημένους. Κυρίως όμως, οι τετζερέδες ήταν άδειοι και τα φουρνιστά ελάχιστα... Ούτε λουκάνικα, ούτε χοιρομέρια, ούτε λιχουδιές.
Το καλλικαντζαράκι σάστισε. Πήγε κατά την Εκκλησιά, μπας και βρει κανένα καλόγερο, ή έστω τον καντηλανάφτη , να πειράξει, κουνώντας τα καντήλια, η φυσώντας και σβήνοντας τις λαμπάδες και τα κεριά. Αλλά κι εκεί, βρήκε ουρές από χλωμούς μουτρωμένους ανθρώπους να περιμένουν στη γραμμή γι ένα πιάτο νερόσουπα.
Το Καλλικαντζαράκι έχασε το κέφι του. Έως τώρα, του άρεσε να ξεσηκώνει πανικούς στο πέρασμά του, να αναστατώνει, να θυμώνει, να καταστρέφει, να σπάει χαρούμενα χαμόγελα και να σπέρνει ρυτίδες απόγνωσης και θλίψης. Αυτή ήταν η δουλειά του άλλωστε, εδώ και χιλιάδες χρόνια κάτω από τη γη.
Έτσι απογοητευμένος, κίνησε για την εξοχή. Ίσως εκεί τουλάχιστον να υπήρχε καθαρότερη ατμόσφαιρα, δηλαδή καθαρότερο κάρβουνο να αναπνεύσει, δεδομένου ότι οι Καλλικάντζαροι, αγαπούν τη μουτζούρα, τις καμινάδες, τις βουτιές στον κάπασο και τις πυροστιές, αλλά στην πόλη! Τι καπνοί ήταν ετούτοι! Μελαμίνη, κόλλα μπογιά και λάστιχο...
Προχώρησε στον αμαξωτό και μετά στο χωματόδρομο...Στην άκρη βρήκε το αλεπουδάκι, που μαύρος κι άραχλος όπως ήταν, τον πέρασε γιά σκύλο και κρύφτηκε σκεπάζοντας τα ματάκια του.
Αυτός μας έλειπε τώρα, σκέφτηκε ο Καλλικάντζαρος... Και να πεις, πως χρειαζόμουνα γούνινο γιακά....είμαι γεμάτος τρίχες πυκνές και άγριες... Σιγά μην φορέσω άσπρη γυναικεία γούνα... Σιγά, μην μου πουν ότι θα χρειαστώ και σύμφωνο συμβίωσης...
Το αλεπουδάκι, σαστισμένο, περίμενε το τέλος του, ωσότου ξαφνικά, ένα μαλλιαρό χέρι το άρπαξε από το λαιμό και μιά σιχαμερή τραχιά μούρη, με σουβλερά δόντια και κόκκινα μικρά ματάκια, παρουσιάστηκε, με τη μακριά τριχωτή μύτη αντικριστά του, τόσο, που ένοιωθε τη βρωμερή ανάσα να καίει το μουσούδι του.
Έτι βρέθηκαν μαζί.
Ένας χαμένος Καλλικάντζαρος και ένα χαμένο θύμα της απληστίας, σε μιά ιδιόρρυθμη σχέση ξενιστή και παράσιτου.
Ο Καλλικάνζαρος, αυθεντικό σαρκοφάγο ζώο της κόλασης, κλέβοντας και δολοφονώντας άλλα μικρά και μεγάλα ζώα, εξασφάλιζε τροφή, ενώ η αλεπού, έχοντας αποφύγει το βέβαιο θάνατο στο εκτροφείο, τρεφόταν από τα αποφάγια του...
Ο εκπρόσωπος της κόλασης και το θύμα της απληστίας μαζί, σε μιά παράλογη εκ πρώτης όψεως συνύπαρξη.
Ο Καλλικάντζαρος ρήμαζε τα κοτέτσια και τους στάβλους. Μάλιστα, προκειμένου να ξεγελά τους χωρικούς, μεταμφιέστηκε φορώντας τη φορεσιά του Άγιου Βασίλη!
Φαντασθείτε την ασχήμια του παγανού μέσα στα κόκκινα με την ψεύτικη γενειάδα, να μπερδεύεται με τις χοντρές γουρουνότριχές του...
Έτρωγε κι έπινε το βιός των ανθρώπων κι η αλεπού από δίπλα που και που να γλύφει κανένα κόκκαλο και πάλι, ευχαριστημένη ήταν, χίλιες φορές, που είχε ακόμη τη γούνα της!
Μα ήρθαν τα Φώτα και βγήκε έξω ο παπάς με την αγιαστούρα και το θυμιατό και τα παπαδοπέδια με τα εξαπτέρυγα και αγιάσθηκαν τα ύδατα κι ο κόσμος έκαμε το Σταυρό του και ράντιζαν τα σπίτια και τα κτήματα κι ο Καλλικάντζαρος όπου φύγει φύγει, μα αφού είχε χάσει το δρόμο του, δεν δυσκολεύτηκαν κάτι παιδιά, να τον στριμώξουν και να τον αρχίσουν στο ξύλο ...
Όξω, δαιμονισμένο παγανό, που ρήμαξες τα ζώα και αφάνισες το βιος μας!
Και τότε ο πονηρός τι νομίζετε ότι έκανε;
Έδειξε με μοχθηρία την αλεπού και φώναξε με όλη του τη δύναμη:
Αυτή φταίει! Μαζί τα φάγαμε.... Πιάστε την και πάρτε της τη γούνα.... Γδάρτε την ζωντανή, να πληρωθείτε για τις ζημιές... Μονάχα, σταματήστε το λιβάνισμα ...
          Οι αφελείς κτηνοτρόφοι όρμησαν καταπάνω στην φτωχή αλεπού. Μόνο ένα παπαδοπαίδι, δεν πείσθηκε κι άδειασε όλο τον αγιασμό πάνω στο σιχαμερό πλάσμα της Κόλασης.
Η αλεπού, έτρεξε να σωθεί κι ο Καλλικάντζαρος ίσα, που πρόλαβε να χωθεί στις ρίζες μιάς παμπάλαιης ελιάς και να φθάσει στα έγκατα της Γης, στα μέρη του.
Οι χωριάτες, έκλαιγαν το βιός τους κι η αλεπού τη γούνα της...
Βλέπετε, όποιος είναι του εκτροφείου, δεν έχει ούτε πείρα, ούτε γνώση, ούτε δύναμη να αντιπαλέψει τους χθόνιους του κάτω κόσμου, που λεηλατούν το βιός των ανθρώπων.
Αλεπούδες του εκτροφείου, έθρεψαν οι σύγχρονες πολιτισμένες κοινωνίες. Αλεπούδες, που γεννιούνται δίχως γνώση, ότι υπάρχουν, προκειμένου να σφαγιαστούν γιά τη...γούνα τους. Αλεπούδες, που εάν αποδράσουν- οι ευνοημένες- συνυπάρχουν με μορφές της κολάσεως και τρώνε από τα σκουπίδια τους...
Αλεπούδες -θύματα, που ζουν με παγανά, που ξέχασαν να γυρίσουν στο φυσικό τους χώρο και μαγαρίζουν πλέον τη γη και τη ζωή μας ανεπανόρθωτα.
Έως ότου αποφασίσομε να επιβιώνουμε κι έξω από τα εκτροφεία τους...
Μαρία Μπουκουβάλα
Ιατρός – Πολιτευτής Πειραιά