Το fonipeiraioton.blogspot.gr μεταφέρθηκε στη νέα μας σελίδα www.fonipeiraioton.gr

Θα μεταφερθείτε αυτόματα στη νέα διεύθυνση. Αν αυτό δε συμβεί πατήστε το σύνδεσμο
http://www.fonipeiraioton.gr

Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΕΙΡΑΙΩΤΩΝ ΑΝΑΝΕΩΝΕΤΑΙ

Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΕΙΡΑΙΩΤΩΝ ΑΝΑΝΕΩΝΕΤΑΙ
WWW.FONIPEIRAIOTON.GR για άμεση ενημέρωση

ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΑΤΤΙΚΗΣ

Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2013

Η Χαμοζωή του Πειραιά


Γράφει ο Στέφανος Μίλεσης
Ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος (1901-1982) ξεκίνησε την διαδρομή της ζωής του από το Αιτωλικό της Αιτωλοακαρνανίας, αλλά στην παιδική του ηλικία εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του για κάποια χρόνια στον Πειραιά. Την διαμονή του αυτήν την αναπλάθει στο μυθιστόρημα "Χαμοζωή" που αποτελεί το ένα μέρος αυτοβιογραφικής του τριλογίας (τα άλλα δύο μέρη είναι η Αστροφεγγιά και Αιχμάλωτοι).
Η "Χαμοζωή" (φτωχική ζωή με στερήσεις) αναφέρεται σε γεγονότα μικρής χρονικά περιόδου στον Πειραιά του 1913 περίπου.
Ο Παναγιωτόπουλος μας ξεναγεί στις τρεις κάμαρες στην σειρά που έμενε με νοίκι 14 δραχμές, στον Πειραιά της ασετιλίνης, του νερού από το πηγάδι ("μια πεντάρα η στάμνα"), της οκάς και του κουρέματος των αγοριών με την ψιλή. Στον Πειραιά όπου ο αυστηρός δάσκαλος κυκλοφορεί πάντα με τον χάρακα στο χέρι και τιμωρεί τους μαθητές ακόμη και την περίοδο των καλοκαιρινών διακοπών.
Ο μικρόκοσμος αυτού του μόχθου δουλεύει στην φάμπρικα του μπαμπακιού για μεροκάματο εξήντα λεπτά ή στο εργοστάσιο κεραμιδιών ή σε κάποιον από τους πολλούς μύλους ή αναζητά καλύτερη ζωή μπαρκάροντας σε σκυλοπνίχτες, σε καρβουνιάρικα ή στα πρώτα ατμόπλοια που πραγματοποιούν υπερπόντια ταξίδια.
Η εργατιά του Πειραιά, διασκεδάζει τις ελεύθερες ώρες της χαζεύοντας τις σπιταρόνες στο Λιμάνι ή περιμένει να δει το θέαμα που παρουσιάζουν πλανόδιοι:
-Περνούσαν κι οι αρκουδιάρηδες με τις βαριές αλυσίδες και τα βροντόλαλα ντέφια και τις ολόρθες κατσουφιασμένες αρκούδες και τους μελαμψούς αρκουδιάρηδες...
-Τρεις βδομάδες ολάκερες την περνούσαμε μια χαρά, πότε με το ΄να, πότε με τ΄ άλλο. Ακολουθώντας την γκαμήλα ή βλέποντας στο παραγκάκι τις κούκλες, τις μαριονέτες, που το ΄στηνε κάποιος χασομέρης σε γωνία του δρόμου και χτυπούσε το κουδουνάκι του και συμμάζευε τη μαρίδα..
Στους δρόμους μια μορφή διασκέδασης ήταν και οι ρομβίες (πρόδρομος της λατέρνας) που έπαιζαν τα ίδια και τα ίδια όπως "από τα πολλά που μου ΄χεις κανωμένα -δε σε θέλω πια", "θάλασσα λεβεντοπνίχτρα, θάλασσα φαρμακερή". Στον Πειραιά του 1913 υπάρχουν ακόμα αρχοντικά σπίτια στην οδό Ρετσίνα και στη Λεύκα, ενώ έντονες είναι οι αναφορές για τις συνοικίες Υδραίικα και Χιώτικα. Στους καφενέδες κυριαρχούν στους τοίχους λιθογραφίες με θέματα όπως "η Αθώα Γενοβέφα", "Καλλονή του Καυκάσου" και "Κυρά Φροσύνη" ενώ οι θαμώνες διαβάζουν μετά μανίας της εφημερίδες "Πατρίς" του Σίμου, το "Εμπρός" του Καλαποθάκη, τον "Χρόνο" του Χαιρόπουλου και την εφημερίδα "Σκριπ" που είναι στερεωμένες πάνω σε τελάρα. Οι περισσότεροι εγκαταλείπουν τους καφενέδες μόλις ο φανοκόρος ανάψει τα φανάρια του γκαζιού στους δρόμους.
Έντονες επίσης είναι οι αναφορές στα ήθη και στα έθιμα των Πειραιωτών που τα κρατούσαν ευλαβικά, σε μια κοινωνία που δεν θυμίζει σε τίποτα "αστικό περιβάλλον", καθότι διαφαίνεται καθαρά ότι περιγράφει μια κοινωνία "κλειστή" σχεδόν με χαρακτηριστικά επαρχίας. Μιας επαρχίας νησιωτικής που ο καθένας φέρνει μαζί του, από τον τόπο καταγωγής.
Οι γάμοι γίνονταν στα σπίτια και ακολουθούσε γλέντι μέχρι "πρωίας", στα σπίτια πήγαιναν και τον νεκρό, την Μεγάλη Παρασκευή έπιναν τρία ποτήρια νερό, ένα το πρωί, ένα το μεσημέρι και ένα το βράδυ πριν από τον Επιτάφιο και τίποτα άλλο.
-Αν μας έβρισκε ο δάσκαλος ή ο Παππάς στον δρόμο, μας άνοιγε το στόμα κι έχωνε τη μύτη του μέσα κει κι οσμιζόταν, μπας και φάγαμε λάδι κι αμαρτήσαμε...
Τα κουτσομπολιά έδιναν κι έπαιρναν και ένα μόνο σχόλιο ήταν αρκετό για να σου βγει άσχημη φήμη
-Καλέ εχθές στα Υδραίικα είδα γυναίκα στεφανωμένη να τριγυρίζει....
Για να γλιτώσεις από μια τέτοια φήμη η μόνη σωτηρία ήταν να αλλάξεις γειτονιά.
Κύρια πηγή κουτσομπολιού ήταν τα πηγάδια, από τα οποία συνήθως ο ιδιοκτήτης που πούλαγε το νερό με την στάμνα (μια πεντάρα η στάμνα), ενημερώνονταν για όλες τις εξελίξεις της "γειτονιάς" που συνήθως φρόντιζε επιμελώς να αναπαράγει.
Στοιχεία από τον Πειραιά του 1913 είναι επίσης ότι οι "γνωριμίες" που ανοίγουν τις πόρτες των Δημοσίων Υπηρεσιών, ο παράνομος χρηματισμός, το πάχος δείχνει ευρωστία, η ασθένεια είναι οικονομικά καταστροφική (για να γιάνεις χρειάζεσαι πολλά, είναι πλούσιο πράμα η αρρώστια), το λουκούμι μεγάλη πολυτέλεια.
Η αφήγηση στη Χαμοζωή ξεκινά με το κείμενο αυτό που για μας θα αποτελέσει τον επίλογο της ανάρτησης μας.

Είναι χρόνια πολλά, μπορεί και τριάντα, που δεν ξαναπήγα σε κείνη τη γειτονιά. Την άφησα έτσι, μέσα στη θύμηση, μέσα στα δάκρυα. Να μένει απείραχτη από τον καιρό και να την συλλογιέμαι, σαν παίρνει να χειμωνιάζει, κάτου από τα φώτα, που ανάβει ένα ένα ο φανοκόρος με το μαγικό του ραβδάκι...